Tag Archives: Σινεμά

Ecce Momo

Κι αφού μίλησε ο bouboux για τους φανταστικούς Crossed Fingers είναι η σειρά μου να γράψω για το κινηματογραφικό μέρος της τρίτης μέρας του Velvet Festrival και ειδικά για το αποστομωτικό Ecce Momo, την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Ανέστη Χαραλαμπίδη, μια ταινία που φτιάχτηκε με “μία κάμερα, μία κιθάρα και ένα λάπτοπ” και η οποία κέρδισε εξ’ ημισίας και το βραβείο Ψηφιακός Αλέξανδρος στο περσινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας ο Μόρις Μόσε, a.k.a. Μόμο, ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου για 3 λεπτά και 17 δευτερόλεπτα. Οταν ανακτά τις αισθήσεις του, παραληρεί: «Γιατί στην Αφρική; Επειδή δεν είναι ούτε Βοράς ούτε Νότος. Ούτε Ανατολή ούτε Δύση… Είναι πάνω από τη γη». Τι μπορεί να εννοεί ο Μόμο; Και πού βρισκόταν όλο αυτό το διάστημα.

Αυτό είναι με λίγα λόγια το story της ταινίας, μάλλον το έναυσμα, η αφορμή για μια καταιγιστική αφήγηση/χείμαρο του πρωταγωνιστή πάνω από σκόρπιες και αποσπασματικές εικόνες, που θα μπορούσαν να είναι αναμνήσεις, όνειρα ή πλάνες, το flashback μιας ζωής λίγο πριν το θάνατο. Μια κοπέλα που μιλάει και γελάει σε μια καφετέρια, ένας άντρας που περιμένει το λεωφορείο σε μια στάση, οι στέγες της πόλης, ο διάδρομος ενός νοσοκομείου. Πίσω από όλη αυτή την οικεία και ανούσια καθημερινότητα ο Μόμο μιλάει για τη ζωή του, τους ανθρώπους, την τέχνη και το νόημα των πραγμάτων.

Ένα ημερολόγιο που δεν έγραψε ποτέ κι όμως μοιάζει με ποίημα, σκέψεις που ποτέ πριν δεν είχαν περάσει από το μυαλό του κι όμως είναι βαθιά φιλοσοφικές, υπαρξισμός και αισθητική, πολιτική και έρωτας, σε μια ζωή που δεν έχει κανένα κατόρθωμα να επιδείξει κι όμως μοιάζει να κλείνει μέσα της όλο το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ή μήπως όχι… Νοήματα που διάδέχονται το ένα το άλλο, αντιθέσεις και ήττες, φτου κι απ’ την αρχή. Η κληρονομιά του Mόμο είναι ταυτόχρονα σπαραξικάρδια, σκοτεινή και απαισιόδοξη όσο και μια κραυγή αντίστασης και ελπίδας μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι.

Έμπνευσή μου ήταν τα κείμενα του Αϊζενστάιν και κάποιων άλλων που αντανακλούν τη σκέψη του. Τα κείμενα αυτά μιλούν για το μέλλον του κινηματογράφου και για το ότι αυτό βρίσκεται στην αναπαράσταση της ανθρώπινης σκέψης. Γι’ αυτό έκανα έτσι την ταινία. Δε μ’ ενδιαφέρει να δημιουργήσω ή να παίξω με τους κανόνες της δραματουργίας, αλλά ν’ ανακαλύψω –όσο μπορώ– τη ροή της ανθρώπινης σκέψης. Η τέχνη δεν είναι μαεστρία· είναι πράξη. Δεν έχει σημασία αν έχεις μάθει να γράφεις ωραία, αλλά ότι με το έργο σου θέλεις να επηρεάσεις, ν’ αλλάξεις τον κόσμο. Κι όλο αυτό το μεταμοντερνιστικό παραμύθι που φάγαμε μετά τη μετασοβιετική εποχή, ότι δεν έχει σημασία αυτό που θες να πεις, δεν μπορείς ν’ αλλάξεις τον κόσμο, ήταν η πηγή όλων των δυσκολιών και των απελπισιών. Αν θέλεις να είσαι καλλιτέχνης, αλλά δεν θέλεις ν’ αλλάξεις κάτι, έχεις πάθει καλλιτεχνική ατροφία. Δεν μπορώ να συμβιβαστώ, γιατί δεν πιστεύω ότι οι τέχνες είναι προκαθορισμένες – οι τέχνες αντανακλούν τον άνθρωπο. Μ’ ενδιαφέρει η αλήθεια, μ’ ενδιαφέρει πώς εξελίσσονται τα πράγματα…

Το Εcce Μomo δεν είναι μια εύκολη ταινία. Τα 116 λεπτά της είναι επίπονα για τον κάθε θεατή, όχι μόνο λόγω της diy κατασκευής της, της συνεχούς εναλλαγής εικόνων και διαθέσεων ή της ασταμάτητης αφήγησης (και μάλιστα στη ρωσική γλώσσα) όσο και για το πλήθος και το βάθος των νοημάτων και των συναισθημάτων που σου μεταφέρει. Μα όπως όλα τα όμορφα πράγματα, έτσι κι αυτή η ταινία σε δοκιμάζει πριν να σου παραδωθεί.

Τις καλύτερες ευχές μου λοιπόν στο δημιουργό της (η ταινίας ως γνήσια diy απόπειρα είναι one man show, σενάριο, σκηνοθεσία, κάμερα, αφήγηση μέχρι και μουσική συνέθεσε), τον Ανέστη Χαραλαμπίδη, μια από τις αριθμιτικά λίγες ακόμα, μα συνεχώς αυξανόμενες, ελπιδοφόρες περιπτώσεις νέων ελλήνων σκηνοθετών που έχουν κάτι να πουν και να δώσουν και βρίσκουν τελικά τον τρόπο να το κάνουν!

Μπορείτε να διαβάσετε μια μίνι συνέντευξη του Χαραλαμπίδη για την ταινία του στο τεύχος #09 του περιοδικού Μοτέρ.

Advertisements

24 hour party people

twenty_four_hour_party_people_verdvd

(Αυτή την ταινία τυχαίνει να τη βλέπω κάθε φορά που πάω Κέρκυρα! Ίσως βέβαια γιατί εκεί έχω το dvd!)

Το 24 hour party people είναι μια ταινία για τη μουσική (σώπα ρε, τι μας λες!), και για όσους έφτιαχναν μουσική εκεί γύρω στις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Εντάξει η αλήθεια είναι ότι οι ιστορίες που παρουσιάζονται ελέγχονται για την ακρίβειά τους, αλλά δεν είναι αυτό που μας ενδιαφέρει! Αλλά η μουσική τρέλα που επικρατούσε στο Μάντσεστερ! Μέσα από ένα ντοκιμαντερίστικο στυλ κάνει ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Μια ταινία με πολλή μουσική (όπως καταλάβατε!), πολλά ναρκωτικά, σεξ και που και που λίγη έμπνευση για μουσική!

Σύμφωνα με τον Τόνι Γουίλσον όλα ξεκινάνε την 4η Ιουλίου του 1976, όταν σε μια αίθουσα στο Μάντσεστερ οι “Sex Pistols” έπαιξαν για πρώτη φορά μπροστά σε μόλις 42 άτομα. Από αυτούς αν εξαιρέσουμε έναν τύπο που ήταν απλά ένα ταχυδρόμος, οι υπόλοιποι θα γίνουν αργότερα γνωστοί μέσα από τη μουσική. Στη συνέχεια από την οθόνη μας θα περάσουν οι “siouxie”, “iggy pop”, the jam”, “the stranglers”, “happy mondays”, “joy division” που θα γίνουν αργότερα “new order” και πολλοί άλλοι! 

θα δούμε την πορεία της “factory records” που δεν είναι στην πραγματικότητα μια εταιρεία, αλλά ένα πείραμα πάνω στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Θα γνωρίσουμε τους Ίαν Κέρτις (άσχετο, αλλά ακόμα να δω το control..), Σον Ράιντερ και Μάρτιν Χάνετ. Και μέσα από το Hacienda, εκεί στο Μάντσεστερ, το μέρος όπου γεννήθηκε ο σιδηρόδρομος και η βόμβα που αναπηδάει(!), θα ζήσουμε τη γέννηση της rave κουλτούρας, την αποθέωση του μπιτ, της εποχής που ακόμα και οι λευκοί χορεύουν!

Θα μάθουμε ότι η μουσική είναι σαν δυο κύματα που μπλέκονται μεταξύ τους. Ένα μουσικό κύμα που είναι ανοδικό και ένα άλλο καθοδικό. Καθώς και ότι τίποτα δεν νικάει τη βαρύτητα. Και όταν νομίζεις ότι πετάς, στην πραγματικότητα μπορεί να γκρεμοτσακίζεσαι.

 

Ατάκες (λίγες από τις πολλές!) που ακούγονται κατά τη διάρκεια της ταινίας:

 

The public wants public executions.”

“-New wave, indie..

  -Indian?”

“When you have to choose between truth and legend, turn the legend.”

“Recording.. silence..”

No, I’m recording tony fucking wilson.”

“You wearing very well. Now play like a fucking musician.”

“I’ll send you a postcard.. Wish you where here..”

“Timing is everything.”

 

(24 hour party people, 2002)

how i learned to stop worrying and love the bomb

ή αλλιώς ΣΟΣ: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα.

Αν έφτιαχνα μια λίστα με τις δέκα καλύτερες ταινίες που έχω δει, τότε αυτή θα έπαιρνε δικαίως το 10 το καλό. Γυρισμένη λίγο μετά την κρίση των πυραύλων στην Κούβα διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις, θέλοντας να μας δείξει ότι η παράνοια δεν είναι όσο μακριά νομίζουμε.

Ο διοικητής μιας αεροπορικής βάσης των Β-52 στις ΗΠΑ, «ανακαλύπτει» το κρυφό σχέδιο που έχουν σχεδιάσει οι ρώσοι για να καταλάβουν τον κόσμο. Για αυτό εξαπολύει επίθεση με πυρηνικά εναντίον τους με στόχο να υπερισχύσουν τα αμερικάνικα… υγρά. Από εκεί και πέρα αρχίζει το ζωγράφισμα επί της οθόνης με μεγάλες ερμηνείες (απίστευτος Peter Sellers) από τον κάθε έναν που εμφανίζεται μπροστά μας.

Οι απολαυστικές προσπάθειες του προέδρου των ΗΠΑ να εξηγήσει στον πιωμένο ομόλογό του της Σοβιετικής Ένωσης ότι κάτι πήγε στραβά με τη βόμβα. ο ρώσος πρέσβης με τις προτιμήσεις του σε πούρα και θαλασσινά. Ο καουμπόης πιλότος που καβαλάει μια βόμβα. Ο στρατιωτικός με τη χαρακτηριστική αμερικάνικη προφορά που μαθαίνει να αγαπάει τη βόμβα και την αναλογία 1:10. Ο σαλεμένος διοικητής την ώρα που αναπτύσει τη θεωρία του.

Αλλά τα καλύτερα έρχονται στο τέλος με το κερασάκι στην τούρτα που ακούει στο όνομα Dr. Strangelove. Ο (τρελο)επιστήμονας που μάταια παλεύει να συγκρατήσει το… δεξί του χέρι από το να φανερώσει το ναζιστικό του παρελθόν, την ώρα που εξηγεί το ιδιοφυές του σχέδιο για τη σωτηρία της (αμερικάνικης) ανθρωπότητας.

Και όλα αυτά σε ένα άψογο ασπρόμαυρο υπό τη μαεστρική σκηνοθεσία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ που διδάσκει το πώς γυρίζεται μια σάτιρα (και μια ταινία, αλλά αυτό το κάνει και σε άλλες…).

Κορυφαίες ατάκες που ακούγονται κατά τη διάρκεια της ταινίας:

“Gentlemen you can’t fight in here, this is the war room.”

“Be careful mr. president, i think he is drunk”

“You gonna have to answer to the coca cola company.”

Mein Fürer! i can walk!”

(Dr. Strangelove, 1964)

vicky cristina barcelona

Τριπλέτα Σκάρλετ Γιόχανσον, Ρεμπέκα Χολ και Πενέλοπε Κρουζ κάτω από τον ήλιο της Καταλωνίας, με τον Γούντι Άλεν στην καρέκλα του σκηνοθέτη. Αν αντί αγγλικών μίλαγαν και στα ισπανικά θα ήταν ακόμα καλύτερα. Αλλά νομίζω ότι αυτή οι πέντε λόγοι είναι αρκετά ικανοποιητικοί για να δει κάποιος την ταινία.

the legend of hell house

Για βιβλίο του Masterton πήγα, με ένα του Matheson (τουλάχιστον μοιάζουν στο όνομα!) έφυγα τελικά! Το στοίχειωμα (Hell House) είναι αυτό που μου τράβηξε την προσοχή, γιατί μου θύμισε μια ταινία με παρόμοια θεματολογία που είδα πέρυσι, το “Rose Red” (ή μήπως το “Rose Red” είναι αυτό που φέρνει σε “Hell House”;). Μόλις το τελίωσα βέβαια το είδα και σε ταινία…
Η ιστορία έχει ως εξής: τέσσερις άνθρωποι θα περάσουν μερικές ημέρες στο Έβερεστ των στοιχειωμένων σπιτιών, την οικία Μπελάσκο. Ένας φυσικός που ερευνά παραφυσικά φαινόμενα και νομίζει ότι έχει βρει την απάντηση για το «καθάρισμα» της οικίας, η γυναίκα του, μια διάμεσος με τον κόσμο των πνευμάτων και ο μοναδικός επιζών της προηγούμενης αποστολής που διατηρεί ακόμα τα λογικά του. Τις μέρες που θα ακολουθήσουν πολλά περίεργα θα συμβούν στη μεγάλη αυτή έπαυλη που δεν είναι όσο άδεια δείχνει…
Η ταινία είναι γυρισμένη με τον παλιό τρόπο. Μας έρχεται άλλωστε από το 1973. Αυτό μπορεί να ξενίσει πολλούς της δικής μου γενιάς (ή και 10-15 χρόνια μεγαλύτερους) που έχουν συνηθίσει σε άφθονα ψηφιακά εφέ. Πρόκειται για μια ατμοσφαιρική ταινία που επιχειρεί να προκαλέσει ψυχολογικό τρόμο, χωρίς να δείχνει στο θεατή φαντάσματα να ίπτανται από εδώ και από εκεί.
Προσωπικά αυτό που δε μου άρεσε είναι ότι έχουν παραληφθεί κάποια στοιχεία που υπήρχαν στο βιβλίο του Matheson κατά τη μεταφορά στην οθόνη της ιστορίας, που αν περιλαμβάνονταν στην ταινία θα απογείωναν την ατμόσφαιρα, παγώνοντας τον θεατή. Πρόκειται για τη λίμνη που υπάρχει έξω από την έπαυλη. Είναι ποτέ δυνατόν να παραλείπεται μια λίμνη, καλυμμένη με ένα πέπλο ομίχλης (“ο βούρκος των μπάσταρδων”, όπως αναφέρεται στο βιβλίο) από μια τέτοια ταινία; Δεύτερον ο φωτισμός μέσα στο σπίτι, που όφειλε να ενισχύει το κλειστοφοβικό αίσθημα (άλλωστε στο βιβλίο δε λειτουργούσαν καθόλου τα φώτα για ένα διάστημα…). Τρίτον, είναι ποτέ δυνατόν ο συγγραφέας να έχει έναν αλλά Πόε θάνατο (όπως στο «Μαύρο Γάτο»), με ένα πτώμα χτισμένο στον τοίχο του κελαριού και στην ταινία να το δείχνει πίσω από μια καγκελόπορτα; Τέταρτον, κλειστό δωμάτιο με ατμούς όπως η σάουνα και δεν υπάρχει πουθενά στην ταινία; Λεπτομέρειες, αλλά αυτές δημιουργούν και καλύτερη ατμόσφαιρα…
Παρόλα αυτά όμως, παραμένει μια κλασική ταινία που πολύ θα ήθελα να ξαναδώ σε ένα ριμέικ (χωρίς όμως γκοστμπαστεριλίκια!).

wall e

Τα πράγματα στη γη δεν έχουν πάει και τόσο καλά. Ο πλανήτης έχει γεμίσει με τόσα πολλά σκουπίδια που έγινε πλέον ανυπόφορος για τη ζωή. Το ανθρώπινο είδος φεύγει για άλλες πολιτείες, αλλά φαίνεται ότι αφήνει κάτι πίσω. Τον “wall e”, ένα ρομπτότ που είναι επιφορτισμένο με το καθάρισμα των βουνών σκουπιδιών που βρίσκονται σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό συνεχίζει για εκατοντάδες χρόνια τη μοναχική του δουλειά έχοντας ως όνειρο να συναντήσει άλλα πλάσματα. Μέχρι που μια μέρα ένα άλλο ρομποτ γένους θηλυκού, στέλνεται από τους ανθρώπους πίσω, για να ερευνήσει την ύπαρξη ζωής στον εγκαταλελειμμένο πλανήτη. (η συνέχεια επί της οθόνης…).

Φαίνεται ότι η pixar έχει βαλθεί να μας καταπλήξει με αυτή την ταινία (trailer) της. Με ένα καρτουν που δεν αμφιβάλω ότι θα είναι πολύ όμορφο όσον αφορά το ψηφιακό σχέδιο. Αλλά και με μια πραγματικότητα που θα μπορούσε να μην είναι και τόσο μακρινή, με έναν έρημο πλανήτη και τους ανθρώπους να κόβουν βόλτες στο διάστημα, δοσμένη πάντα με αρκετό χιούμορ.

X-Files: I want to believe…

ή αλλιώς: «X-Files: The zombies return»

Η αλήθεια είναι ότι υπήρξα φαν της σειράς στα γυμνασιακά μου χρόνια. Κακά τα ψέματα τα «XFiles» ήταν ότι καλύτερο γυρίστηκε στο χώρο του science fiction για τη μικρή οθόνη. Οι πρώτες χρονιές ήταν αυτές που έφτιαξαν το μύθο. Μερικές ιστορίες της σειράς ήταν φοβερές, πολύ καλά γυρισμένες, και πολλές φορές με ένα πραγματικά ευφάνταστο σενάριο.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον πρώτο χρόνο, έναν τύπο που μπορούσε να μεταβάλλει το μέγεθός του και να γλιστρήσει μέσα από κάθε λογής σχισμές. Ξύπναγε κάθε 30 χρόνια από τη νάρκη για να σκοτώσει και να τραφεί (“Squeeze). Ή ένα επεισόδιο σε κάποια βάση στην Αρκτική όπου ο Μώλντερ και η Σκάλυ βρέθηκαν αντιμέτωποι με έναν οργανισμό που προσέβαλε ανθρώπους (Ice). Ή την ιστορία με τις κατσαρίδες («War of the Coprophages») και πόσες άλλες που αυτή τι στιγμή μου διαφεύγουν.

Εκτός από τις ευφάνταστες ιστορίες, υπήρχαν και οι χαρακτήρες μορφές: το ψιλοσπασικλάκι που ασχολιόταν με κάθετι παράξενο και το δούλευαν οι συνάδελφοί του, η φωνή της λογικής που τον συνόδευε, ο τύπος που κάπνιζε μανιωδώς τσιγάρα και έκανε τη βρώμικη δουλειά της συγκάλυψης με το προσωνύμιο «καρκίνος».

Μετά την επιτυχία ήρθε και η ταινία (“X-Files: Fight the Future“), αρκετά καλή για το είδος της. Αργότερα η «κοιλιά» έκανε την εμφάνισή της, κάπου στην πορεία εξαφανίστηκε ο Μώλντερ (μάλλον δεν τα βρίσκαν στη μοιρασιά), κάποιος άλλος συνέχιζε την αναζήτηση, η Σκάλυ είχε μια περίεργη εγκυμοσύνη. Και ήρθε το τέλος, πράγμα φυσιολογικό όταν η σειρά πλέον είχε αρχίσει να κουράζει.

Όμως επειδή το όνομα των «XFiles» συνοδεύεται εκτός από παραφυσικά – μεταφυσικά – ανεξήγητα φαινόμενα και με έναν πλούσιο τραπεζικό λογαριασμό, οι συντελεστές βαδίζουν στα γνωστά χνάρια μαζί με άλλους, όπως για παράδειγμα το «Sex and the City» που μοιάζει σαν μια τελευταία αρπαχτή πριν οι πρωταγωνίστριες περάσουν και τα τρίτα «άντα».

Στην πραγματικότητα κανένας τους δεν έκανε καμιά σημαντική επιτυχία σε άλλη ταινία και έτσι γυρίζουν στη σιγουριά που τους προσφέρει το μεγάλο κοινό που δημιούργησαν τη δεκαετία του ’90.

Όσον αφορά την καινούργια ταινία είμαι σίγουρος ότι ο Μώλντερ θα κυνηγάει και πάλι να σώσει καμιά κοπέλα με ιδιαίτερες δυνατότητες που βλέπει οράματα και περίεργους εφιάλτες τα βράδια… Σαν ταινία φαντάζομαι ότι θα είναι αρκετά καλή και σίγουραθα είναι ευχάριστη στην παρακολούθηση. Όμως προσωπικά δε θα ήθελα να συνεχίζεται αυτή η προσπάθεια νεκρανάστασης και να μείνει ήσυχος ο μύθος των «XFiles», γιατί ο κύκλος της σειράς έχει κλείσει προ πολλού. Εκτός και αν εκεί στο Hollywood φαντάζονται σε καμιά εικοσαριά χρόνια τον Μώλντερ με τη μαγκουρίτσα του και τα γυαλιά πρεσβυωπίας, να προσπαθεί να λύσει ανεξήγητα φαινόμενα όπως γιατί τελειώνει γρήγορα το χαρτί της τουαλέτας, ή τι εξαφανίζει τις μασέλες από τα ποτήρια τα βράδια, στο χώρο ενός καπη αυτή τη φορά…